Ροή Ειδήσεων

Καρυοφυλλιά Καραμπέτη: Οι δυο έρωτες της ζωής της.

Ακόμη κι η μετάθεση ενός εμβληματικού ρόλου της, της Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο, στο «Γλυκό πουλί της νιότης» για το φθινόπωρο του 2021, είναι αφορμή για να βουτήξουμε στον υπέροχο κόσμο των ρόλων και των «ερώτων» της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.

Γράφει ο Παύλος Ηλ.Αγιαννίδης      youfly.com

Πλατεία Τριών Ναυάρχων, Ναύπλιο. Διάλειμμα από τα γυρίσματα, για τον «Μελισσοκόμο» του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Ο μέγας Μαρτσέλο Μαστρογιάνι αφηγείται τη ζωή του στην κινηματογραφική του «κόρη», Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. «Ποια ταινία αγαπήσατε πιο πολύ;» τον ρωτάει εκείνη. «Το 8 1/2», έρχεται η απάντηση…

Πώς βρεθήκαμε να ξεκινάμε από το Ναύπλιο του 1986; Πολύ απλά, πέσαμε – με… αλεξίπτωτο – σε ένα από τα περιστατικά, στην πολυκύμαντη ζωή και καριέρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.

Γιατί, θα μου πείτε. Ε, μας δίνει αφορμή μια τρέχουσα πολύ ενδιαφέρουσα είδηση και ας είναι για αναβολή. Για την μεταφορά, εν τέλει, στην επόμενη θεατρική σεζόν, μάλλον από φθινόπωρο του 2021,του επόμενου μεγάλου ρόλου της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη: Αλεξάντρα Ντελ Λάγκο, ξεπεσμένη σταρ στον αμερικανικό νότο του ’50. Στο εμβληματικό «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τενεσί Ουίλιαμς, στο «Αλκυονίς».

Έναν ρόλο που έχει στιγματίσει θεατρικά, στα μέρη μας, η ερμηνεία της αξέχαστης Μελίνας Μερκούρη και κινηματογραφικά η Τζέραλντιν Πέιτζ, στην ταινία του Ελίας Καζάν.

Στην εκδοχή του «Αλκυονίς», σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά (που πρόσφατα την οδήγησε και ως «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ, τον επίσης εμβληματικό ρόλο του Τσανς Γουέιν θα ερμηνεύσει ο πολυτάλαντος, ηθοποιός, σκηνοθέτης και μουσικός (και γιος της Φιλαρέτης Κομνηνού), Γιώργος Παπαγεωργίου. Που στη νέα θεατρική σεζόν αναμένεται να πρωταγωνιστήσει στη θεατρική εκδοχή του – τηλεοπτικού – «Μινόρε της Αυγής», στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Πάμε, λοιπόν. Με ένα – άλλο – αλεξίπτωτο μπορούμε να βουτήξουμε στον χωροχρόνο και να πάμε πίσω. Στην αρχή. Στη Δόξα Διδυμοτείχου, στο νομό Έβρου, όπου γεννήθηκε και πάτησε πρώτη φορά το (μαθητικό) σανίδι, ερμηνεύοντας ποιήματα η μικρή Καρυοφυλλιά Καραμπέτη.

Εκεί που βοηθούσε, παιδάκι ακόμη, σερβίροντας – μαζί με τον αδελφό της – μεζέδες στο καφενεδάκι των γονιών της. Ώς τα 11 της χρόνια, όταν εκδηλώθηκε η επιθυμία του πατέρα να της δώσει καλύτερες ευκαιρίες. Την έστειλε στο Διδυμότειχο για την έκτη Δημοτικού. Ιδού η πρώτη μετανάστευση.

Αφού είχε προλάβει από την πρώτη Δημοτικού, χάρη σε μια φωτισμένη δασκάλα, να κάνει πράξη την πρώτη από τις αγάπες της, την ηθοποιία. Με μακροσκελή ποιήματα. «Του νεκρού αδελφού». «Ο ματρόζος». Εκεί χάρηκε, όπως το παιδάκι στην ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος» του Τζουζέπε Τορνατόρε και τη δεύτερη αγάπη της ή έρωτά της, αν θέλετε: το σινεμά. Στον καφενέ των γονιών της, όπου σταματούσε το φορτηγάκι περιφερόμενου προβολατζή. Αυτή ήταν και «η δεύτερη ανομολόγητη τότε επιθυμία μου», όπως λέει.

Η δεύτερη μετανάστευση ήρθε έναν χρόνο μετά. Στην Κομοτηνή. Για την πρώτη τάξη του Γυμνασίου. Και τρίτη. Στη Θεσσαλονίκη, όπου οι γονείς της προσπάθησαν να στήσουν ένα καφενεδάκι. Στο τέλος του εξατάξιου γυμνασίου έδωσε εισαγωγικές στον «πιο δύσκολο κλάδο», τον θετικό.

Έλα όμως που εκείνο το πρώτο «ανομολόγητο όνειρο» την έτρωγε. Η ηθοποιΐα. Και ετοιμαζόταν και για εξετάσεις στη Δραματική Σχολή του Εθνικού ή του Θεάτρου Τέχνης. Κι έδωσε τελικά στη Δραματική του ΚΘΒΕ. Και πέρασε.

Πάνω που φοιτούσε, τη βρήκαν τα μαντάτα ότι πέρασε στους Πολιτικούς Μηχανικούς του Μετσοβίου. Έφτασε όμως στον τρίτο χρόνο θεατρικών σπουδών και το Πολυτεχνείο δεν την είδε. «Δεν έχω μετανιώσει», αποτιμά σήμερα.

Τότε της έρχεται η πρόταση από τον Νικηφόρο Παπανδρέου για την υπό ίδρυση Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» (τη συγκινούσε ο υπότιτλος «για ένα θέατρο πιο πειραματικό»). Και να ένα «Όνειρο καλοκαιρινής νύχτας», και να ένα τρίπτυχο με έργα της Λούλας Αναγνωστάκη. Δύο χρόνια έμεινε. Και βρέθηκε για άλλα δύο στο Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης με «Μαρά Σαντ» και με το σαιξπηρικό «Με το ίδιο μέτρο», σε σκηνοθεσία του Ανατολικογερμανού Χάιντς Ούβε Χάους. Χώρια μια δουλειά, για τα προς το ζην, στα γραφεία της εφημερίδας «Εγνατία».

Ώσπου την έφερε στην Αθήνα η πρόταση του Κώστα Αρζόγλου και της δασκάλας της Μάγιας Λυμπεροπούλου, να συμμετέχει στο όραμα του «Αεικίνητου», ενός θεάτρου τέντας που θα όργωνε την Ελλάδα, αρχικά με τους «Αλλοπαρμένους», σε σκηνοθεσία Γιώργου Σεβαστίκογλου.

Το όραμα έχασε τα φτερά του, για οικονομικούς λόγους, κι εκείνη βρέθηκε στο γκολντονικό «Καινούργιο σπίτι» κατά Βασίλη Παπαβασιλείου (κι εκείνος για Ιατρική στη Θεσσαλονίκη είχε κινήσει…), όπου γνώρισε τον «υπέροχο φίλο» της, Μηνά Χατζησάββα.

Θα χρειαζόταν ένα εξαιρετικά πολύλεξο κείμενο για να χωρέσει αυτή η καριέρα, της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη. Ας δοκιμάσουμε να την δούμε με ταχύτητα κινηματογραφικής ταινίας:

Άνοιξη του 1984 την κάλεσε στο Ανοιχτό Θέατρο – στου Γκύζη, δίπλα σε μπιλιαρδάδικα, τότε, παρακαλώ – ο Γιώργος Μιχαηλίδης. Έτσι «ντύθηκε» Βεατρίκη στο «Πολύ κακό για το τίποτα» του Σαίξπηρ. Με τα έσοδα να μοιράζονται σε 18 μερίδια. «Από τα πιο ωραία χρόνια» λέει.

Εκεί ήρθαν και οι πρώτες μεγάλες επιτυχίες: «Κρίμα που είναι πόρνη» του Τζον Φορντ και η πρώτη της «Λούλου» του Φρανκ Βέντεκιντ. Και τσεχωφικές «Τρεις αδελφές» (Μάσα), με τον Διονύση Φωτόπουλο να «χτίζει» ένα ολόκληρο δίπατο σπίτι, με κήπο, στο θέατρο.

Και Γερτρούδη στον σαιξπηρικό «Άμλετ». Και όμως. Το 2003, χάρη στο ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας, ενδύθηκε και τον ρόλο του ίδιου του Άμλετ, σε σκηνοθεσία Μάγιας Λυμπεροπούλου και μετάφραση Γιώργου Χειμωνά.

Και αυτό ενώ η επιτυχία την ακολουθούσε, ύστερα από το κάλεσμα του Κώστα Κουτσομύτη, και στην τηλεόραση: «Κίτρινος φάκελος», «Βαμμένα κόκκινα μαλλιά». Αργότερα «Τελευταίο αντίο» και «Τελευταία παράσταση» (για τη ζωή της Έλλης Λαμπέτη). Παράλληλα, στην «ελεύθερη» θεατρική πιάτσα, βρέθηκε στην μπρεχτική «Όπερα της Πεντάρας» στο Θέατρο «Αθήναιον» ως Τζένη των Πειρατών. Καλοκαίρι του 1993, όταν ο Ζυλ Ντασσέν σκηνοθέτησε, σε διασκευή του Παύλου Μάτεσι, την «Όπερα», ύστερα από την προηγούμενη επιτυχία του (με τη Μελίνα Μερκούρη και το Νίκο Κούρκουλο) στο Θέατρο «Κάππα» της Κυψέλης. Στην λαμπρή θερινή παραγωγή του Γιώργου Λεμπέση πρωταγωνιστούσαν ο Λάκης Λαζόπουλος ως Μακχήθ, η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, ο Κώστας Καζάκος, η Πέμη Ζούνη και οι Μελίνα Μποτέλη, Χρήστος Στέργιογλου, Μάνος Βακούσης, Νατάσα Μανίσαλη, Αντώνης Λουδάρος. Με χορογραφίες από τον Βαγγέλη Σειληνό. Εντυπωσιακό: η ίδια, πολύ αργότερα, ενδύθηκε και το ρόλο της Κυρίας Πίτσαμ. Στην εκδοχή της «Όπερας» κατά Γιάννη Χουβαρδά, στο «Παλλάς».

Κι έπειτα «Γλάρο» του Άντον Τσέχωφ, κατά Γιούρι Λιουμπίμοφ, στο Θέατρο «Διονύσια». Πολύ πρόσφατα, συνάντησε πάλι στο «Γλάρο» την εγωκεντρική Αρκάντινα, σε σκηνοθεσία Γιάννη Χουβαρδά και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά.

Ντύθηκε ακόμη «Δεσποινίς Τζούλια» του Στρίντμπεργκ, αλλά και «Λαίδη Μάκβεθ» του Σαίξπηρ. Και είδε ένα όνειρό της να γίνεται πραγματικότητα: έγινε Κλυταιμνήστρα για την «Ηλέκτρα» του Πέτερ Στάιν, που, όπως λέει, «μου δίδαξε πολλά».

Ο Νίκος Κούρκουλος την κάλεσε στο Εθνικό και συμμετείχε έτσι στη διετή περιοδεία της «Μήδειας» κατά Νικαίτη Κοντούρη, από Αμερική έως Αυστραλία και Ιαπωνία, με διθυραμβικές κριτικές, ενώ στο μεταξύ, αφού συμμετείχε σε τέσσερις Χορούς στην Επίδαυρο, ντύθηκε «Αντιγόνη» κατά Μίνω Βολανάκη.

«Δεν υπάρχει πιο ριψοκίνδυνο πράγμα από την αναμέτρηση με έναν τραγικό ρόλο. Υπερβαίνεις τις δυνάμεις σου, τον εαυτό σου, τις αντοχές σου. Χάνεις τον ύπνο σου», εξηγούσε κάποτε πως αντιμετωπίζει, ολόσωμα, το αρχαίο δράμα και τους μεγάλους τραγικούς ρόλους.

Αργότερα, ήρθε ένα πρωτόφαντο θέαμα πολυμέσων κατά Αντώνη Καλογρίδη με το «Σκράικερ» (μεγάλες μέρες στο Θέατρο «Πόρτα»). Και ντύθηκε Κατερίνα στο «Ημέρωμα της στρίγκλας» του Σαίξπηρ, στο Εθνικό, το 2008, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη. Ίσως τον μόνο της «επισήμως», κωμικό, ρόλο. Πολύ, πολύ σπάνια της δόθηκε η ευκαιρία – λέει – να κάνει κωμωδία όλα αυτά τα χρόνια. Παρότι είχε την επιθυμία…

Από τις στιγμές της στο θεατρικό σανίδι, τι να πρωτοθυμηθώ; Την Ιοκάστη της, στο Αμφι-Θέατρο του Σπύρου Ευαγγελάτου και «Το πένθος ταιριάζει στην Ηλέκτρα», κατά Γιάννη Χουβαρδά; Τις «Σκηνές από έναν γάμο» του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, με τον αξέχαστο Μηνά Χατζησάββα; Τις τρεις χρονιές με την «La Chunga» (κατά Ελένη Σκότη), ή τα «Πικρά δάκρυα της Πέτρας φον Καντ» (κατά Αντζελα Μπρούσκου) στο Εθνικό; Στους «Πέρσες» του Αισχύλου, κατά Άρη Μπινιάρη και Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου, το 2018, στο Ηρώδειο, όπου στροβιλιζόταν (ως Άτοσσα και πάλι), επί ώρα, σαν… περιστρεφόμενος δερβίσης;

Την θυμάμαι στο «Από Μηχανής Θέατρο», όπου συνεργαστήκαμε, να μεταμορφώνεται κάθε βράδυ στην ξεπεσμένη ντίβα του βωβού κινηματογράφου Νόρμα Ντέσμοντ. Ή, μάλλον, στο φάντασμά της. Στον «Στροχάιμ» του Δημήτρη Δημητριάδη, για τον θρυλικό σκηνοθέτη της «Λεωφόρου της Δύσης» («Sunset Boulevard», 1950), με Έρικ Στροχάιμ τον Άκι Βλουτή και το Σταμάτη Φασουλή στο σκηνοθετικό τιμόνι. Μια ντίβα, που δύσκολα θα «έπιανε» κάποιος…

Μήδεια, που έχει αφήσει το χνάρι της στην ερμηνεία του ρόλου, βρέθηκε μετά, το Μάιο του 2019, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ως πρωταγωνίστρια του μονόπρακτου μελοδράματος «Μήδεια» του Τσέχου συνθέτη Γκέοργκ Μπέντα, σύγχρονου του Μότσαρτ. Με τον τσεμπαλίστα και μαέστρο Μάρκελλο Χρυσικόπουλο, στο πόντιουμ της Καμεράτας.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.